Γεννάδιος Ιωάννης Άρθρα
Πρόσφατα Άρθρα

Γεννάδιος Ιωάννης Άρθρα
Τυχαίες φωτογραφίες
  • γεννάδιος φωτογραφίες
  • γεννάδιος φωτογραφίες

Γεννάδιος Ιωάννης Άρθρα
Προτεινόμενες Συνδέσεις
Νέοι Μεταρρυθμιστές
Δήμος Καρδίτσας
Αναγέννηση Καρδίτσας
IUPAC
Ράδιο Παλμός


Γεννάδιος Ιωάννης Άρθρα

Άρθρα (Επιστημολογία)

Η Σχέση Αστρονομίας και Φυσικής Σύμφωνα με την Πλατωνική Παράδοση. Οι Δεσμεύσεις των Κοπέρνικου, Κέπλερ και Γαλιλαίου.

Σύμφωνα με την πλατωνική παράδοση η Αστρονομία είναι η επιστήμη που συνδυάζει κυκλικές ομαλές κινήσεις με στόχο να παραχθεί μια κίνηση που να ταιριάζει με την κίνηση των πλανητών. Όταν τα γεωμετρικά σχήματα θα έχουν αποδώσει σε κάθε πλανήτη μια τροχιά που συμφωνεί με τις παρατηρήσεις, ο σκοπός της θα έχει επιτευχθεί γιατί οι υποθέσεις της θα έχουν «σώσει τα φαινόμενα».

Α) Συζητείστε τη σχέση Αστρονομίας και Φυσικής στο πλαίσιο της συγκεκριμένης παράδοσης. Ποια η στάση του Πτολεμαίου;

Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, τα ουράνια σώματα δημιουργήθηκαν ως τέλειες σφαίρες και τέθηκαν σε φυσική ομαλή κυκλική κίνηση. Αυτό έθετε στους μαθηματικούς το ακόλουθο πρόβλημα: Τι είδους κυκλικές κινήσεις, ομαλές και τέλεια κανονικές, θα μπορούσαν να γίνουν δεκτές ως υποθέσεις, έτσι ώστε να είναι δυνατό να σωθούν τα φαινόμενα που παρουσιάζουν οι πλανήτες;

Σε αυτή την πλατωνική παράδοση, η αστρονομία δε σκοπεύει να επιχειρήσει την ερμηνεία της φυσικής πραγματικότητας, αλλά να δώσει μια αναπαράστασή της. Αφού τα ουράνια σώματα έχουν θειική φύση υπόκεινται σε νόμους διαφορετικούς από αυτούς που ισχύουν στη Γη. Δεν υπάρχει καμιά σχέση στη φύση του ουρανού και της γης και τούτο καθιστά αδύνατο να γνωρίσουμε οτιδήποτε για τη φυσική του ουρανού.

Σε αντίθεση με τους Πυθαγόρειους φιλοσόφους που πίστευαν ότι οι μαθηματικές σχέσεις ή τα μοντέλα που ταιριάζουν με τα φαινόμενα, προσφέρονται ταυτόχρονα ως φυσικές τους ερμηνείες, η σχολή του Πλάτωνα διατύπωσε την αντίθετη άποψη. Οι μαθηματικές υποθέσεις πρέπει να είναι διακριτές από τις θεωρίες των φυσικών ερμηνειών των φαινομένων. Η παράδοση αυτή μάλιστα, όσο και αν ξενίζει σήμερα, χρονολογείται από την αρχαία Βαβυλώνα, στην οποία αναπτύχθηκαν εμπειρικοί νόμοι για τον υπολογισμό των θέσεων και των επανεμφανίσεων των πλανητών, χωρίς να συνοδευτούν από καμία αιτιακή εξήγηση για την ερμηνεία αυτών των κανονικοτήτων.

Η διάκριση μεταξύ της φυσικής πραγματικότητας και των υποθέσεων που λειτουργούν ως υπολογιστικά εργαλεία υπονοεί δύο διαφορετικές προσεγγίσεις.

Η μια προσέγγιση είναι αυτή των μαθηματικών και των αστρονόμων που οφείλουν να δημιουργούν μαθηματικά μοντέλα συμμορφωμένα προς τα δεδομένα και ικανά να προβλέπουν τις κινήσεις περιγραφικά. Οι αστρονόμοι όχι απλά δε δεσμεύονται να πιστεύουν στη φυσική αλήθεια των μοντέλων τους αλλά σε συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές είναι εξαιρετικά φρόνιμο να την αποποιούνται. Η αστρονομία οφείλει μια διακριτική στάση ώστε να μην εγείρει ζητήματα που είναι δυνατό να απειλήσουν τη συνοχή της κοινωνίας και την πρωτοκαθεδρία των θεολογικών πεποιθήσεων. Ο αστρονόμος θα πρέπει να προτιμά σαφώς το μοντέλο του με βάση το κριτήριο της απλότητας, το μοντέλο που είναι ευκολότερο στην κατανόηση και όχι αυτό που εκτιμά ότι ταυτίζεται με την πραγματικότητα.

Χαρακτηριστικό της αντίληψης αυτής είναι ένα παράδειγμα που προκύπτει από τη δίκη του Γαλιλαίου. Η αρχική απόφαση του καρδινάλιου Bellarmine προτρέπει ουσιαστικά τον Γαλιλαίο να εγκαταλείψει τις απόψεις του, να πάψει δηλαδή να τις πιστεύει και όχι να τις συζητά ή να τις διδάσκει. Αρκεί να πάψει να τις πιστεύει. Αν συμβεί αυτό, θα έχει τη δυνατότητα να τις διαδίδει ως διδασκαλία υποθέσεων που διευκολύνουν τα συμβάντα και όχι σαν υποθέσεις που εκφράζουν τη φυσική πραγματικότητα.

Η άλλη προσέγγιση είναι αυτή των φυσικών που οφείλουν να παράγουν τις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων στη βάση της φυσικής ερμηνείας της κίνησης καθώς και να αναζητούν τα αίτιά της. Για τους νεοπλατωνιστές μάλιστα, αυτή είναι η φυσιολογική πορεία της επιστήμης: η επαγωγική διατύπωση συμπερασμάτων που προκύπτουν από τα αληθινά συμβάντα και όχι η κατασκευή μοντέλων που απλά ακολουθούν τα φαινόμενα και περιορίζονται στην περιγραφή τους. Υπάρχουν μαθηματικοί συσχετισμοί οι οποίοι ορίζουν το μηχανισμό των ουράνιων σωμάτων.

Η αρχή του «σώζειν τα φαινόμενα» ενσωμάτωσε εν κατακλείδι δύο χαρακτηριστικά κριτήρια. Πρώτον, κάθε αστρονομική θεωρία θα έπρεπε να προβλέπει τη φαινομενική κίνηση των σωμάτων, την κίνηση δηλαδή που είναι παρατηρήσιμη. Σκοπός της θεωρίας ήταν η πρόγνωση και όχι η κατανόηση της φυσικής υπόστασης της κίνησης. Αυτός ήταν και ο σκοπός των Μαθηματικών. Δεύτερον, το κάθε γεωμετρικό σύστημα έπρεπε να το χαρακτηρίζει η απλότητα. Όσο πιο απλό σε μεθόδους και αναπαραστάσεις ήταν το σύστημα, τόσο πιο πολύ θα άγγιζε την «ιδεατή» τελειότητα. Με αυτή τη μέθοδο εξασφαλιζότανε μια γενική θεωρία για την κατασκευή του κόσμου, γεωμετρικής ή μαθηματικής έμπνευσης, η οποία θα απέδιδε εξηγήσεις λογικού τύπου.

Ο Πτολεμαίος παρέμεινε πιστός στην επιδίωξη του Πλάτωνα, όταν δήλωνε στην Αλμαγέστη ότι έπρεπε όλες οι φαινόμενες μη κανονικότητες να παράγονται μέσω κανονικών και κυκλικών κινήσεων, επειδή αυτές είναι κατάλληλες στη φύση θείων πραγμάτων τα οποία είναι ξένα προς τις ανισοτιμίες και αταξίες.

Ξεκίνησε τη μελέτη των πλανητών με την παραδοχή ότι η παρατηρούμενη κίνησή τους πρέπει να μπορεί να ερμηνευτεί με βάση την ομοιόμορφη και κυκλική κίνηση, παρά το ότι οι παρατηρούμενες κινήσεις δεν είναι ομοιόμορφες και κυκλικές. Το μοντέλο του θα έπρεπε να είναι ικανό να τις περιγράψει. Το υπόβαθρο της σκέψης του αποκαλύπτει ήδη τη φανερή δέσμευσή του σχετικά με την παράδοση του «σώζειν τα φαινόμενα».

Ο Πτολεμαίος βελτίωσε το μοντέλο του σύμπαντος, ώστε να ταιριάζει στα δεδομένα που ήταν τότε διαθέσιμα. Με τα σημερινά βέβαια δεδομένα θα μπορούσαμε να κρίνουμε ότι το περιέπλεξε αλλά με τα δεδομένα του δεύτερου αιώνα «όφειλε» να φροντίσει για την ποιοτική προσαρμογή προς τα γνωστά στοιχεία της παρατηρησιακής αστρονομίας. Ωστόσο, προκειμένου να εξασφαλίσει ποιοτική συμφωνία μεταξύ αυτού του μοντέλου και των δεδομένων δεν αρκούσαν ο φέρων κύκλος, ο επίκυκλος και το έκκεντρο. Εισήγαγε τον εξισωτή. Με το πλεονέκτημα όμως του εξισωτή, ο Πτολεμαίος απομακρύνθηκε από το αριστοτελικό ιδεώδες που είχε ασπασθεί και χάθηκαν όλα σχεδόν τα προσχήματα για την ομαλή κυκλική κίνηση. Στην πραγματικότητα, η θεωρία του Πτολεμαίου ποτέ δε λειτούργησε ικανοποιητικά, υπό την έννοια ότι απαιτούνταν όλο και περισσότερες προσαρμογές καθώς βελτιωνόταν η ακρίβεια των παρατηρησιακών δεδομένων. Ο εξισωτής αποτελεί ένα καλό παράδειγμα επινόησης με στόχο να συμβιβαστούν προβληματικά δεδομένα σε μια θεωρία η οποία κατ’ ουσίαν περισσότερο αποτέλεσε θέμα απλής συμμόρφωσης προς τα δεδομένα, παρά περιείχε μια θεμελιακά ακριβή αναπαράσταση του φυσικού κόσμου. Φαίνεται εξάλλου να αναγνώριζε ότι θα μπορούσε κάποιος να κατασκευάσει ένα τελείως διαφορετικό μοντέλο το οποίο να είναι μαθηματικά ισοδύναμο με το δικό του.

Με όλη την πολυπλοκότητα που συνεπάγεται μια δυναμική διαδικασία εισαγωγής νέων παραμέτρων ώστε να περιγράφονται κάθε φορά τα ολοένα και αυξανόμενα δεδομένα της παρατήρησης, το πτολεμαϊκό μοντέλο του σύμπαντος ήταν ακόμη ανίκανο να προσαρμόζεται σε κάθε δεδομένο και ταυτόχρονα να παραμένει πιστό στις εννοιολογικές του βάσεις. Από ένα σημείο και έπειτα έπαψε να είναι εσωτερικά συνεπές.

Η στάση του Πτολεμαίου επάνω στο ζήτημα του ρεαλισμού φαίνεται να μην είναι σαφής. Στο πρώτο του έργο υπαινίσσεται ότι το μαθηματικό του μοντέλο προσφέρεται ως ένα εργαλειακό σύστημα υπολογισμών.

Στο πρώτο όμως βιβλίο της Αλμαγέστης που ασχολείται με τις γενικές αρχές της αστρονομίας, όπως η σφαιρικότητα της Γης και το μέγεθός της σε σχέση με τη σφαίρα των απλανών αστέρων και τη γεωκεντρική υπόθεση, τα επιχειρήματά του υπέρ της γεωκεντρικής υπόθεσης προέρχονται από την αριστοτελική φυσική. Χρησιμοποιεί δηλαδή φυσικά επιχειρήματα. Παρόμοια είναι και η στάση του στην εργασία του με τίτλο Υποθέσεις των πλανωμένων, όπου ισχυρίζεται ότι το πολύπλοκο σύστημά του αποκαλύπτει δομικά τη φυσική πραγματικότητα του σύμπαντος.

Τέλος, αξίζει να τονίσουμε ότι το ύστερο πτολεμαϊκό μοντέλο προσφέρεται λιγότερο για αιτιακή εξήγηση ακόμη και από αρχαιότερά του, όπως από το μοντέλο των ομόκεντρων σφαιρών του Ευδόξου και του Αριστοτέλη. Ο αιτιακός χαρακτήρας δεν αποτελούσε προτεραιότητα. Ο στόχος ήταν η περιγραφή των δεδομένων. Ακόμη όμως και όπου εμφανίζεται ο αιτιακός χαρακτήρας δεν καθίσταται καταφανής. Έτσι, κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, ο δύσκαμπτος πλέον χαρακτήρας του μοντέλου έθεσε ερωτηματικά στη λειτουργικότητά του, όπως για παράδειγμα στο θέμα της οργάνωσης του θρησκευτικού ημερολογίου και την φανερή αναξιοπιστία του Ιουλιανού ημερολογίου.

Β) Εξετάστε τις δεσμεύσεις των Κοπέρνικου, Γαλιλαίου και Κέπλερ σε σχέση με τη συγκεκριμένη παράδοση. (~ 1000 λέξεις)<br>
Τα κείμενα του Αριστοτέλη και του Πτολεμαίου κυριάρχησαν στην κοσμολογική και την αστρονομική σκέψη για πολλούς αιώνες, όμως γύρω στο 1500 περίπου απαιτήθηκε μια νέα αντίληψη για το σύμπαν. Αυτή ήταν η εποχή του Κοπέρνικου και του Kepler, κατά την οποία πραγματοποιήθηκε μια μετάβαση κομβικής σημασίας. Ο Κοπέρνικος πίστευε ότι το μοντέλο του είναι κυριολεκτικά αληθές και εξέθεσε με σαφή τρόπο την πίστη του στην πραγματική κίνηση της γης, ασκώντας παράλληλα σοβαρή κριτική στο πτολεμαϊκό μοντέλο. Το έκανε αυτό επειδή σε μεγάλο βαθμό αισθανόταν ότι ορισμένες επινοήσεις παρήγαγαν κινήσεις οι οποίες δεν ήταν αρκετά ομαλές.

Αρχικά, μπορεί κάποιος να δυσκολευτεί να πιστέψει ότι ο Κοπέρνικος πήρε το μοντέλο του τοις μετρητοίς, αφού η εισαγωγή του έργου του, De Revolutionibus Orbium Cοelestium, περιέχει μια αποποίηση ευθυνών σχετικά με την αλήθεια της ίδιας του της αναπαράστασης. Ωστόσο, ο πρόλογος δεν γράφτηκε από τον ίδιο αλλά από τον λουθηρανό θεολόγο Andreas Osiander, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την εκτύπωση του βιβλίου εξαιτίας της κλονισμένης υγείας του Κοπέρνικου.

O Osiander επιβεβαιώνει την παράδοση του «σώζειν τα φαινόμενα» ισχυριζόμενος ότι ο Κοπέρνικος δούλεψε σύμφωνα με την πρακτική των αστρονόμων οι οποίοι χωρίς περαιτέρω δεσμεύσεις προτείνουν μαθηματικά μοντέλα και προβλέπουν τις κινήσεις των πλανητών. Το αν πράγματι οι πλανήτες περιστρέφονται δεν εξετάζεται εφόσον δεν παίζει κανένα ρόλο. Αυτό που μετράει είναι ότι ο Κοπέρνικος με την υπόθεσή του σώζει τα φαινόμενα. Καθίσταται εμφανής η πίεση του Osiander στον Κοπέρνικο να αποδεχτεί ότι το ηλιοκεντρικό του σύστημα είναι μια απλή υπόθεση για την οποία αξιώνουμε μόνο τη μαθηματική της αλήθεια.

Ο Κοπέρνικος ωστόσο δεν ένοιωθε απόλυτα συνδεδεμένος με αυτή την παράδοση αν και είχε πλήρη επίγνωση των δυσκολιών που συνεπάγεται η μη αποδοχή της. Ως υποστηρικτής της πυθαγόρειας σχολής, αναζητούσε τις μαθηματικές αρμονίες του σύμπαντος επειδή πίστευε ότι πράγματι υπάρχουν και ότι το ηλιοκεντρικό σύστημα δε θα ήταν δυνατό να εξαντλεί τη χρησιμότητά του σε έναν εργαλειακό χαρακτήρα. Εφόσον γνώριζε ότι οι παρατηρούμενες τροχιές των πλανητών θα μπορούσαν να περιγραφούν με την ίδια ακρίβεια τόσο από το δικό του σύστημα όσο και από του Πτολεμαίου, αναγνώριζε ότι η επιλογή ανάμεσα στα δύο ανταγωνιστικά μοντέλα θα βασιζότανε στη φυσική θεώρησή τους παρά στις δυνατότητες ικανοποιητικής εφαρμογής. Αυτό φαίνεται να είναι και το κριτήριο που πιστοποιεί την υπεροχή του μοντέλου του: η εννοιολογική ολοκλήρωση μιας θεωρίας. Θέτοντας ως πρωτεύον αυτό το κριτήριο δείχνει το σχετικά μικρό βαθμό δέσμευσής του στην παράδοση του «σώζειν τα φαινόμενα».

Ενδεικτική της στάσης του Κοπέρνικου σχετικά με το πτολεμαϊκό μοντέλο είναι και η άρνησή του να διατυπώσει τελικές απόψεις στο συμβούλιο του Λατερανού αναφορικά με την προτεινόμενη ημερολογιακή ρύθμιση. Υποστηρίζοντας ότι οι κινήσεις του Ήλιου και της Σελήνης δεν είναι ακόμη γνωστές με ακρίβεια, φαίνεται να μην αρκείται στη λογική των απλών υπολογιστικών μοντέλων, αλλά να διακατέχεται από μια ανησυχία σχετικά με τις αληθινές κινήσεις των πλανητών, αν και εμφανίζεται ιδιαίτερα διστακτικός στο να δημοσιοποιήσει τις απόψεις του και να έρθει αντιμέτωπος με την αστρονομική αλλά και θεολογική παράδοση αιώνων.

Εκτός από τη σύγκρουση που θα προκαλούσε η δημοσιοποίηση των απόψεών του με τις Γραφές, ο Κοπέρνικος αναγνωρίζει και τα σοβαρά προβλήματα που θα προέκυπταν με τη φυσική. Η παρουσίαση μιας κινούμενης γης, ακόμη και αν προσφερθεί ως ένα εναλλακτικό μοντέλο, εγείρει θέματα φυσικής, όπως η κατακόρυφη πτώση των σωμάτων και η ισορροπία τους επάνω σε ένα κινούμενο πλανήτη. Οι δεσμεύσεις λοιπόν του Κοπέρνικου σχετικά με την παράδοση του «σώζειν τα φαινόμενα» είναι υπολογίσιμες αλλά όχι καθοριστικές για τον τρόπο σκέψης του.

Η αντιπαράθεση μεταξύ του δικού του ολοκληρωμένου μοντέλου σε σχέση με τη σειρά διαφορετικών για κάθε πλανήτη μοντέλων του Πτολεμαίου αποδείκνυε την υπεροχή του ηλιοκεντρικού συστήματος που προέβλεπε τις παρατηρήσεις και δεν προσπαθούσε να τις δικαιολογήσει εκ των υστέρων. Ο Κοπέρνικος πέθανε πριν προλάβει να απαντήσει στον πρόλογο του Osiander. Αυτό είχε ως συνέπεια την αποφυγή της έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ των δυο αντίθετων μεθοδολογικών προσεγγίσεων. Όχι όμως για πολύ. H ιστορία επιφύλαξε την αντιπαράθεση αυτή στους Καρδινάλιο Bellarmine και Γαλιλαίο.

Σύμφωνα με τον Γαλιλαίο, στην έρευνα των φυσικών φαινομένων ακολουθούμε τις συνήθειες της ίδιας της φύσης σε όλες τις ποικίλες διαδικασίες της και χρησιμοποιούμε μονάχα εκείνα τα μέσα, τα οποία είναι τα πιο συνηθισμένα, τα απλούστερα και τα ευκολότερα. Τα φυσικά συμπεράσματα που αφορούν τις ουράνιες κινήσεις, προκύπτουν μέσω αστρονομικών και γεωμετρικών αποδείξεων που θεμελιώνονται πρωτίστως στην εμπειρική αίσθηση και τις πολύ ακριβείς παρατηρήσεις και φυσικά κανένα συμπέρασμα από όσα μας αποκαλύπτει η εμπειρική αίσθηση ή μας φανερώνουν οι αναγκαίες αποδείξεις, δεν πρέπει να τίθεται σε αμφισβήτηση με βάση τη μαρτυρία βιβλικών χωρίων, που μπορεί να κρύβουν κάποιο διαφορετικό νόημα πίσω από τις λέξεις τους. Διότι η Βίβλος δε δεσμεύεται σε κάθε έκφραση από συνθήκες τόσο αυστηρές όσο εκείνες που διέπουν όλα τα φυσικά φαινόμενα. Εξάλλου, η επιστημονική ακρίβεια και η φυσική αλήθεια δεν αποτελούν αντικείμενο πλειοψηφικής άποψης στην κοινωνία αλλά επιλογή των ειδικών. Με τέτοιες βέβαια προωθημένες για την εποχή απόψεις, η αντιπαράθεσή του με το θεολογικό κατεστημένο φάνταζε αναπόφευκτη.

Το 1615, ο Bellarmine πληροφόρησε τον Γαλιλαίο ότι είχε την άδεια της Εκκλησίας να διδάσκει το μοντέλο του Κοπέρνικου ως ένα μαθηματικό μοντέλο που έχει ένα μόνο σκοπό: να σώζει τα φαινόμενα. Του έδωσε επίσης την άδεια να το κρίνει ως ικανότερο να σώζει τα φαινόμενα σε σχέση με το πτολεμαϊκό. Αλλά ο Bellarmine επέμεινε ότι η κρίση ενός μαθηματικού μοντέλου ως καλύτερα εφαρμόσιμου σε σχέση με ένα άλλο δεν το ταυτίζει σε καμία περίπτωση με τη φυσική αλήθεια.

Σε μια πρώτη φάση, το 1616 ο Γαλιλαίος αποδέχτηκε την παραίνεση του Bellarmine και δεν τιμωρήθηκε για τις απόψεις του. Αυτή η στάση του όμως δύσκολα αποδίδεται σε επιστημονική ή ηθική δέσμευση στην παράδοση «σώζειν τα φαινόμενα». Απλά ο Γαλιλαίος αποφάσισε αυτή τη στάση ώστε να δημιουργήσει ευνοϊκές προϋποθέσεις για τις μελλοντικές του κινήσεις που κορυφώθηκαν με την έκδοση του έργου του Διάλογοι περί των δύο κυριότερων κοσμικών συστημάτων. Εκεί παίρνει θέση υπέρ του ηλιοκεντρικού συστήματος, το οποίο τολμά να μη θεωρεί πλέον ως ένα απλό υπολογιστικό μοντέλο. Με ένα πλήθος επιχειρημάτων, πολλές φορές διατυπωμένων με ειρωνεία, ισχυρίζεται την ύπαρξη του συστήματος του Κοπέρνικου.

Αν και δε διατύπωσε τις απόψεις του ξεκάθαρα επειδή αυτό θα οδηγούσε στην απαγόρευσή τους, με μια προσεγμένη στρατηγική κατάφερε να νομιμοποιήσει τον προβληματισμό του και να δημιουργήσει το κατάλληλο «κλίμα» για τη μετέπειτα αποδοχή τους. Είχε μάλιστα μεγάλη σημασία για την ανάπτυξη των επιστημών ότι ο Γαλιλαίος ενίσχυσε την πυθαγόρεια δέσμευσή του με την πεποίθηση ότι τα πειραματικά δεδομένα δείχνουν την ύπαρξη μαθηματικών αρμονιών στο σύμπαν. Για να πετύχει όλα αυτά, αν και μέχρι την τελευταία στιγμή της δίκης του από την Ιερά Εξέταση διατήρησε ένα περιθώριο ελιγμών για τον εαυτό του προβαίνοντας σε συμβιβασμό που τον γλίτωσε από τη θανατική ποινή, θυσίασε πολλά χρόνια υπερασπιζόμενος τη φυσική αλήθεια των όσων σταθερά πίστευε.

Κατόπιν ο Kepler, όχι μόνο πήρε στα σοβαρά το έργο του Κοπέρνικου αλλά αναζήτησε και τις αιτίες κινήσεων των πλανητών γύρω από τον Ήλιο. Το ηλιοκεντρικό σύστημα του ταίριαζε για αισθητικούς και θεολογικούς λόγους καθώς ο ίδιος αναφέρει μυστικιστικές αιτιάσεις για τις πεποιθήσεις του σχετικά με τη φύση του σύμπαντος. Ένας παράγοντας στην αποδοχή από μέρους του της κοπερνίκειας θεωρίας ήταν η πίστη του ότι ο Ήλιος θα πρέπει να βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος εξαιτίας της ανωτερότητάς του και τη δύναμής του, όντας σε ένα μέρος όπου ο Θεός εδρεύει ως πρώτο κινούν. Αφιέρωσε μάλιστα τη ζωή του στην ανακάλυψη της μαθηματικής αρμονίας με την οποία ο Θεός έπλασε το σύμπαν.

Η θεωρία περί των τέλειων στερεών είναι αποκαλυπτική της οπτικής του. Ο Θεός δε θα μπορούσε παρά να δημιουργήσει έναν τέλειο κόσμο και εφόσον υπάρχουν μόνο πέντε τέλεια στερεά, είναι προφανές ότι αυτά έχουν τοποθετηθεί ανάμεσα στους έξι πλανήτες και καθορίζουν τις τροχιές τους. Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του, το Κοσμογραφικό Μυστήριο, εκθέτει διεξοδικά το κοπερνίκειο σύστημα και αναλύει τα πλεονεκτήματά του σε σχέση με το πτολεμαϊκό. Δεν περιορίζεται όμως μόνο στη μαθηματική και την αστρονομική πλευρά αλλά προχωρά ακόμη πιο πέρα: δηλώνει ότι το ηλιοκεντρικό σύστημα δε σώζει απλώς τα φαινόμενα αλλά αποτελεί μια φυσική πραγματικότητα.

Στις προθέσεις του Kepler ήταν η προσθήκη στο κεφάλαιο αυτό μιας απόδειξης ότι το ηλιοκεντρικό σύστημα δεν έρχεται σε σύγκρουση με την Αγία Γραφή, ωστόσο ο επικεφαλής της θεολογικής σχολής του Tubingen τον απέτρεψε από κάτι τέτοιο και τον συμβούλεψε να ακολουθήσει μια προσέγγιση του θέματος πιο κοντινή στο πνεύμα του προλόγου του De Revolutionibus. O Kepler δε δημοσίευε την απόδειξη αλλά δε συνέγραψε ποτέ και έναν κατά παραγγελία πρόλογο.

Ο Kepler είναι πεπεισμένος ότι οι κινήσεις των ουράνιων σωμάτων έχουν φυσική εξήγηση και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο με καθαρά γεωμετρικούς όρους. Έτσι δυσκολεύεται να αποδεχτεί τον επίκυκλο που τοποθετεί ο Κοπέρνικος στη θέση του εξισωτή του Πτολεμαίου. Από την άλλη, έχει συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι η κίνηση των πλανητών δεν είναι ομαλή, αλλά η ταχύτητά της μεταβάλλεται κατά μήκος της τροχιάς τους, επομένως ο εξισωτής αποτελεί ένα πολύ χρήσιμο μαθηματικό τέχνασμα που δεν επηρεάζει την κατανόηση της φυσικής πραγματικότητας σχετικά με τις τροχιές των πλανητών.

Συμπερασματικά, ο Πτολεμαίος και ο Κοπέρνικος χρησιμοποιούν για να περιγράψουν την κίνηση των ουράνιων σωμάτων μια μέθοδο (έκκεντρος-εξισωτής ή έκκεντρος-επίκυκλος) η οποία προσαρμόζεται σε κάθε πλανήτη ανάλογα με τις παρατηρήσεις. Ο Kepler αντίθετα συνδέει τις κινήσεις των πλανητών μεταξύ τους, έτσι ώστε να είναι δυνατή η οικοδόμηση του συστήματος με χρήση απλώς των τριών νόμων και ορισμένων αρχικών παρατηρήσεων. Με τον τρόπο αυτό παύει πλέον να είναι απαραίτητη η προσαρμογή του μοντέλου για τον κάθε πλανήτη χωριστά, γεγονός που αλλάζει ριζικά την πρακτική των αστρονόμων και σημαίνει την έναρξη μιας εποχής που αφήνει πίσω της την παράδοση του «σώζειν τα φαινόμενα».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γαβρόγλου Κ. κλπ., «Ιστορία της Φυσικής και της Χημείας», Εκδ. ΕΑΠ, Κεφ. 4.
Καλδής Β., «Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών – Εγχειρίδιο μελέτης», Εκδ. ΕΑΠ, Κεφ.4
Losee J., “An Historical Introduction to the Philosophy of Science”, Oxford, Κεφ. 2, Κεφ.6
Cushing J., «Φιλοσοφικές Έννοιες στη Φυσική», Εκδ. Leader Books, Αθήνα 2003

Επιστροφή